Χθες με ρώτησε ο αγαπητός φίλος Χάρης Φλουδόπουλος, ποια είναι η άποψή μου για τις Συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ των εταιρειών πετρελαίου και του Κράτους για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της αγοράς που αφορά την Εξερεύνηση & Παραγωγή Υδρογονανθράκων (Ε&Π Υ/Α). 

Παράλληλα, βλέπουμε ότι η απόφαση της Νέας Κυβέρνησης να παρατείνει τη διαδικασία του -ήδη τρέχοντος- διαγωνισμού, σχεδιάστηκε προφανώς για να κερδίσει απαραίτητο χρόνο, ώστε να εξετάσει τις διαδικασίες και τύπο Συμβάσεων, πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν οι αρμόδιοι φορείς (ΥΠΕΚΑ-ΕΔΕΥ-Σύμβουλοι), για τη σχετική προκήρυξη. 

Θα προσπαθήσω παρακάτω να δώσω την άποψή μου, μια και η 40χρονη διεθνής εμπειρία μου, καθαρά στο αντικείμενο της Ε&Π Υ/Α, το επιβάλλει. Σκοπεύω φυσικά να εστιάσω και να στηρίξω την ανάλυσή μου αυτή, σε μια σειρά παραμέτρων, όπως: πώς χειρίζεται το ανάλογο θέμα η -επιτυχημένη- διεθνής βιομηχανία πετρελαίου, τι κινδύνους εμπεριέχει ο τρόπος υλοποίησης της επιλεγείσας σύμβασης, τι μηνύματα στέλνουν τα διεθνή δρώμενα τη περίοδο αυτή με βάση τις κυμαινόμενες τιμές βαρελιού και ποιος ο ρόλος της βαθειάς επιστημονικής γνώσης του αντικειμένου για αποφυγή λαθών που κοστίζουν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια. 

Πιο συγκεκριμένα, η αναφορά γίνεται στα 20 τεμάχια (Blocks), που έχουν προκηρυχτεί μέσω του 2ου Γύρου Παραχωρήσεων και για τα οποία αναμένονται προσφορές μέχρι το Μάιο. 

Δεν σκοπεύω να μπω σε λεπτομέρειες περιγράφοντας τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές, κυρίως από τη μεριά της χώρας που εκχωρεί τα διαγωνιζόμενα τεμάχια, αλλά να τονίσω τις ουσιαστικές λεπτομέρειες, που παίζουν και το σημαντικότερο ρόλο προκειμένου η χώρα να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από μια τέτοια διαδικασία, διασφαλίζοντας συγχρόνως διαφάνεια και αγαστή συνεργασία σε όλα τα επίπεδα. 

Μετά λοιπόν 19 περίπου χρόνια από τότε που προκηρύχτηκε ο 1ος Γύρος Παραχωρήσεων, έρχεται τώρα ο 2ος αναζητώντας ξεχασμένες εμπειρίες, αραχνιασμένα δεδομένα και φυσικά "νέο αίμα" για να λειτουργήσει τον Φορέα. Ένα Φορέα, που με τόσα βάσανα στήθηκε, χωρίς να καταφέρει ούτε να στελεχωθεί ικανοποιητικά, ούτε να "πείσει" ότι μπορεί να επιτελέσει αποτελεσματικό έργο. Δεν αποδίδω ευθύνες στο επιστημονικό προσωπικό που κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες, αλλά επισημαίνω την έλλειψη ικανοποιητικών υποδομών, που, αντί να έχουν μια συνέχεια για συσσωρευόμενη εμπειρία και αποτελεσματικότητα, γκρεμίζονται και ξανα χτίζονται χωρίς να ολοκληρώνονται ποτέ. Ή, με άλλα λόγια, τότε την -αντίστοιχη- ΔΕΠ-ΕΚΥ, την στελέχωνε προσωπικό 250 περίπου επιστημόνων και τεχνικών. Σήμερα η ΕΔΕΥ, είναι "στελεχωμένη" (ή καλύτερα "σκελετωμένη") από ένα Διοικητικό Συμβούλιο που συμπληρώθηκε κι αυτό πολύ πρόσφατα. Τι θα μπορούσε να κάνει ένα μόνο Διοικητικό Συμβούλιο; (Αυτές βέβαια, είναι και οι επιπτώσεις της κρίσης). 

Γιατί τα λέω αυτά; Διότι, αντί στους επιστήμονες τους ενασχολούμενους με τη λειτουργία του Φορέα, να δοθεί η ευκαιρία να υπεισέλθουν στα ενδότερα ενός πραγματικά δύσκολου αντικειμένου, ασχολούνται με το επανα-στήσιμο διαλυμένων υποδομών και γίνονται δικηγόροι, ή κάθε λογής businessmen για να μπορέσουν να στήσουν με το καλύτερο -ελπίζουμε πάντα- τρόπο, τις συμβάσεις που θα διέπουν τις σχετικές συνεργασίες και παράλληλα, να καταστήσουν τη χώρα πλέον "ελκυστική" στους επενδυτές. 

Ουσιαστικά λοιπόν, έχει ΄ξανα΄-χαθεί η συνέχεια του Κράτους στον εν λόγω Κλάδο -όπως πλειστάκις στο παρελθόν- και το βασικότερο, δεν υπήρξε η ικανότητα επανα-στελέχωσης της εταιρίας με εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Θα μου πείτε: "τα ξέρουμε αυτά, τι κάνουμε τώρα"; 

Το "τι" κάνουμε τώρα και τι θα πρεπε να κάνουμε πάντα, τα αναλύσαμε διεξοδικά στο διεθνές Συνέδριο του 2010, που το διοργανώσαμε για το λόγο αυτό, προκειμένου να ενημερώσουμε διεξοδικά -σαν ειδικοί επιστήμονες του χώρου- τους εκάστοτε Decision makers του χώρου. 

Ήταν το μεγαλύτερο Συνέδριο Πετρελαίου που έγινε στη χώρα μας και ομολογουμένως είχαν συμβάλει όλοι θετικά, τόσο από το χώρο της τότε Κυβέρνησης και των κομμάτων, όσο και των έμπειρων επιστημόνων του τομέα της βιομηχανίας πετρελαίου και των Ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. 

Όσοι συμμετείχαν ή διάβασαν τα ΠΡΑΚΤΙΚΑ, θα θυμούνται καλά ότι από τότε ξεκίνησε ουσιαστικά να αναζωπυρώνεται και πάλι ο -εν υπνώσει- τομέας εξερεύνησης πετρελαίου στη χώρα μας. Τότε πυροδοτήθηκαν αλυσιδωτές αντιδράσεις μέσω καναλιών, εντύπων, συνεδρίων, διαρκών διαβουλεύσεων στα σχετικά Υπουργεία, που άρχισαν να επιβεβαιώνονται από την επακολουθήσασα ανακάλυψη κοιτασμάτων στο χώρο της Μεσογείου. Την ίδια περίοδο, οι περισσότεροι από τους βουλευτές μας άκουσαν για πρώτη φορά και ανακάλυψαν -στα μέτρα των δυνατοτήτων του ο καθένας- τι σημαίνει και ΑΟΖ, χωρίς φυσικά να κάνουν τίποτα και γι αυτό. 

Έτσι λοπόν, τίθενται τέσσερα βασικά ερωτήματα: 

α) Ποιος τύπος Σύμβασης θα ήταν προτιμότερος και γιατί; 

β) Ποιοι θα παρακολουθήσουν την ορθή υλοποίηση, αφού πάντα υπάρχει ο κίνδυνος -με τη παρέμβαση μιας νέας Κυβέρνησης, ή μιας νέας διοίκησης -ας πούμε-, να διαφοροποιηθούν τα πάντα; 

γ) Μήπως παραλήφθηκε κάτι σημαντικό, που ίσως λόγω κάποιων αστοχιών ή απειρίας θα το βρούμε όλοι μας μπροστά μας στο μέλλον, αλλά θα είναι πλέον πολύ αργά να το διορθώσουμε; 

δ) Επιτρέπει μια επιτυχή έκβαση ενός τέτοιου διαγωνισμού το διεθνές περιβάλλον; είναι ο σωστός χρονισμός για τη καλύτερη ανταπόκριση της αγοράς; (Αυτά και άλλα, που δεν θα αναφέρουμε στη παρούσα ανάλυση, όπως, η πολιτική κατάσταση και η ελκυστικότητα επενδύσεων της χώρας, το ύψος της φορολογίας ή των ΄royalties΄, ή ακόμα του ΄Government Take΄, τα γεωπολιτικά δρώμενα και μια σωρεία άλλων παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη). 

Όσον αφορά το α΄ ερώτημα, το μοντέλο που συνήθως ακολουθείται σε διεθνές επίπεδο, ως προς την οικονομική εκμετάλλευση των παραχωρήσεων, και το μοίρασμα εσόδων και κερδών ανάμεσα στις εταιρείες και τον παραχωρησιούχο, βασίζεται σε κοινά αποδεκτά πρότυπα που έχουν βάση ένα κλιμακούμενο επιμερισμό κερδών με μικρές πάντα αποκλίσεις. Φυσικά, μπορούν ενίοτε να υπάρξουν τροποποιήσεις ως προς την διανομή εσόδων και κερδών, δεδομένου ότι στη διάρκεια των ερευνητικών γεωτρήσεων ή της παραγωγής αναδύονται προβλήματα, που δεν μπορούν να προβλεφθούν πάντα, με αποτέλεσμα να απαιτούνται διορθώσεις και αλληλο-υποχωρήσεις. 

Γενικώς, μια τέτοια συμφωνία μεταξύ Κράτους και επενδυτών πρέπει πάνω απ΄ όλα να είναι δίκαιη, αφού και οι δύο πλευρές πρόκειται να αποκομίσουν σημαντικά οικονομικά οφέλη από την επιτυχή έκβαση της συνεργασίας. Οι συμβάσεις αυτές είναι γνωστές, είτε ως επιμερισμού παραγωγής των κερδών (Production Sharing Agreements, PSA), είτε ως συμβάσεις μίσθωσης (Leasing Agreements), οι οποίες και διαφοροποιούνται σε πολλά σημεία από τις άλλες. 

Δεν υπεισέρχομαι σε περιγραφή της κάθε μιας χωριστά και λεπτομερή σύγκριση μεταξύ τους, αφενός γιατί υπάρχουν και άλλοι τύποι συμβάσεων για το αντικείμενο της Ε&Π Υ/Α και αφετέρου γιατί στην ορολογία που χρησιμοποιώ στο παρόν άρθρο, μπορούν να αναζητηθούν "λέξεις - κλειδιά", που αναμφισβήτητα θα οδηγήσουν τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη σε υπερμεγέθη σχετική βιβλιογραφία του διαδικτύου. 

Τις περισσότερες φορές, αυτό που συμβαίνει λόγω μιας αναγκαστικά μακροχρόνιας συνεργασίας, είναι να έχουν απέλθει οι συντάξαντες τη σύμβαση και οι επόμενοι να έχουν μπει στο "σύστημα του αυτόματου πιλότου", όπου, γνωρίζοντες ότι υπάρχει σχετική σύμβαση, προχωρούν χωρίς να ανατρέχουν σε αυτήν για διάφορες μεταβολές ή προβλήματα που εμφανίζονται στη διάρκεια των επιχειρήσεων (στον αυτόματο πιλότο). Έτσι, εισερχόμαστε αναγκαστικά στη περίπτωση β, που αρχικά, υποψιαζόμενοι κάποιοι, πιθανές παρεκτροπές, αναζητούν την αναθεώρηση -και δικαίως-, αφού πρόκειται για μια αρκετά πολύπλοκη διαδικασία. Στο σημείο αυτό, η ιστορία έχει αναδείξει τραγελαφικές επιπτώσεις, επειδή είτε στον ένα τύπο, είτε στον άλλο τύπο σύμβασης, δεν προβλέφθηκαν, ή δεν εφαρμόστηκαν κάποιες αρχές με τον δέοντα τρόπο. 

Για να γίνω πλέον κατανοητός, αναφέρω το παράδειγμα του Πρίνου, όπου η αρχική φορολογία που συμφωνήθηκε ήταν χαμηλή (~20%), συγκριτικά με ανάλογες (~70% της Νορβηγίας π.χ.). Ένας από τους λόγους, ήταν ότι το αρχικό κοίτασμα, εκτιμήθηκε στα 60 εκατομ. βαρέλια. Τα πράματα δεν ήταν έτσι, αφού "εξαντλούμενα" τα 60 εκατ., βρέθηκαν στο ίδιο κοίτασμα, άλλα 20 εκατ. και μετά άλλα 40 εκατ. για να φτάσουν τις σημερινές τιμές των ~120 εκατομ., εκ των οποίων τα ~116 έχουν ήδη παραχθεί. Παρόλα αυτά, γίνονται επιπλέον επενδύσεις και για άλλα παρακείμενα, που ειλικρινά ευχόμαστε να ευοδωθούν οι χρονοβόρες και κοστοβόρες αυτές προσπάθειες. (Δεν είναι δυνατόν στο παρόν άρθρο να περιγραφούν περισσότερες λεπτομέρειες). 

Όμως, το πρώτο ερώτημα που τίθεται εδώ, είναι, αν γνώριζε τότε το Κράτος ότι το κοίτασμα ήταν 120 και όχι 60 εκατομ. βαρέλια, θα ασκούσε την ίδια φορολόγηση στον επενδυτή; Ένα δεύτερο ερώτημα είναι: γνώριζαν οι πρώτοι εκτιμητές ότι το κοίτασμα ήταν μεγαλύτερο και το απέκρυψαν σκόπιμα, ή έγιναν κάποια "λάθη" στην εκτίμηση; Τρίτο και πολύ βασικό ερώτημα: όλοι είχαμε ακούσει τότε ότι στο Πρίνο έγινε "ληστρική εκμετάλλευση", που σημαίνει ότι ο επενδυτής κανόνισε να παράγει μεγαλύτερες ποσότητες, ώστε γρήγορα να αποσβέσει τα έξοδα και να έχει άμεσα κέρδη (...μήπως έγινε σε συνεννόηση με τη τότε Κυβέρνηση, ή βιάστηκαν μήπως και τροποποιηθούν οι συμβάσεις τους;). Βέβαια, αυτό είχε υψηλό οικονομικό αντίκτυπο στο Κράτος, αφού μέσω της ληστρικής εκμετάλλευσης στραγγίζεται εκλεκτικό και σχετικά πολύ μικρό μέρος του ταμιευτήρα (όπου έχει εγκλωβιστεί το πετρέλαιο), με αποτέλεσμα, μεγάλες ποσότητες πετρελαίου να εγκλωβίζονται στο ταμιευτήρα και να μη μπορούν να παραχθούν στη συνέχεια με σύμφορο τρόπο. 

Συμβολικά λοιπόν θα έλεγα: άλλο να καίει η φλόγα αυτή στη χώρα μας εδώ και χιλιάδες (ή/και εκατομμύρια χρόνια), κι ας τη κάνουμε ό,τι θέλουμε, κι άλλο να μας τη πάρουν μέσα σε 15 ή 25 χρόνια και να μη τη ξαναδούμε ποτέ... 

Και όλα τούτα δεν σημαίνουν άλλο ότι η παραγωγή απαιτεί "optimization". Και τούτος ο όρος με τη σειρά του σημαίνει ότι όσο πιο προχωρημένη είναι η τεχνολογία ταυτοποίησης των χαρακτηριστικών του ταμιευτήρα, τόσο περισσότερο μειώνεται η επικινδυνότητα... in hydrocarbon assessment, drilling and well performance, που με τη σειρά τους σημαίνουν αναλύσεις, μελέτες, δοκιμές, επαναξιολογήσεις, συγκρίσεις κι ένα σωρό άλλους παράγοντες, που, δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στη χώρα μας. 

Και γιατί όλες αυτές οι τεχνικές λεπτομέρειες που παρά το ότι θα τις καταλάβουν οι πολλοί, δεν καταφέρνουν να τις υλοποιήσουν τελικά οι ελάχιστοι που λαμβάνουν και τις αποφάσεις; Για να τονίσω την απάντηση στο γ΄ ερώτημα, που το θεωρώ και το σημαντικότερο ΄κομμάτι΄ στη παραγωγή, αλλά και στη δυναμική και αποτελεσματική υλοποίηση των Συμβάσεων.

Όταν επιλεγούν επαΐοντες επιστήμονες, αποδεδειγμένα εξειδικευμένοι στη συγκεκριμένη θεματολογία (Reservoir & Petroleum Engineering), τότε, οι εκθέσεις προόδου στις οποίες στηρίζεται και η αξιόπιστη υλοποίηση των συμβάσεων, θα είναι περισσότερο από ικανές να περιορίσουν κινδύνους κακής έκβασης της συνεργασίας, προβλέποντας με βελτιωμένη ακρίβεια και εμπιστοσύνη τα μοντέλα των ταμιευτήρων και των οικονομικών χαρακτηριστικών αυτών, που ενέχονται και για τα μεγαλύτερα "μπερδέματα". 

ΝΑΙ λοιπόν, το μυστικό μιας επιτυχημένης σύμβασης είναι ο/η εξειδικευμένος/η γεωεπιστήμονας και έμπειρος/η μηχανικός που θα τροφοδοτεί με κάθε νέο και αξιόπιστο δεδομένο και με σαφή και διαφανή τρόπο την δίκαια και ορθολογική υλοποίηση της σύμβασης, τροποποιώντας την, εκεί που το απαιτούν οι νέες συνθήκες που δημιουργούνται στη διάρκεια της εξόρυξης. Πρόκειται για μια "δυναμική" κατάσταση και όχι στατική ή τυποποιημένη. 

Δυστυχώς, αυτά είναι τα ΄ψιλά γράμματα΄ για τους εκάστοτε Υπουργούς - Decision makers, που, μη προκάνοντας να τα κατανοήσουν, περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τις καταστάσεις. 

Δε μπορώ τέλος, να μην αναφερθώ στο "σημαδιακό μήνυμα" που έδωσα στον προηγούμενο Υπουργό ΠΕΚΑ, όταν στην εισαγωγική μου παρουσίαση στο Συνέδριο toy 2010 που προανέφερα, του εξήγησα ότι BP σήμαινε: British Petroleum, bp σήμαινε: beyond petroleum και Bp: Before petroleum, υπονοώντας την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα μας. Το μήνυμα το πήρε, αλλά..., καθυστέρησε πάρα πολύ την εφαρμογή των συμπερασμάτων του Συνεδρίου. Γιατί υποστηρίζω ότι καθυστέρησε; Διότι τώρα που έχει προκηρυχτεί ο διαγωνισμός, πέσαμε στη περίοδο των πολύ ισχνών αγελάδων, αφού η τιμή του πετρελαίου κυμαίνεται γύρω στα 50 $/βαρέλι, κατάσταση ιδιαίτερα απαγορευτική για επενδύσεις σε Ε&Π Υ/Α και ιδιαίτερα σε υπεράκτιο -άγνωστο εν πολλοίς- περιβάλλον, όπου το κόστος/ημέρα είναι ασύλληπτα υψηλό. Έτσι, κάλυψα και το ερώτημα δ, που υποδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς ότι η περίοδος, δεν είναι η καλύτερη για ανάπτυξη τέτοιων δραστηριοτήτων. 

Αβίαστα λοιπόν καταλαβαίνει ο καθένας, ότι οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν εντωμεταξύ, επιβάλλουν την παράταση του διαγωνισμού εκχώρησης των θαλασσίων τεμαχίων, προκειμένου να κερδηθεί χρόνος και γνώση, ώστε με πλέον ώριμο τρόπο να ελεγχθεί τι ακριβώς έχει διαμειφθεί, με ποιά φιλοσοφία ή ποιές ελλείψεις, αφού ο Φορέας διαχείρισης δικαιωμάτων του Δημοσίου, όχι μόνο δεν είχε καλά - καλά στελεχωθεί, αλλά του έλειπε και η εμπειρία της αγοράς. Αφού αργήσαμε που αργήσαμε, ας γίνει μια καλύτερη προσπάθεια, γιατί η προηγούμενη κάπου απέτυχε. Και το ισχυριζόμαστε με απόλυτη γνώση, αφού γνωρίζουμε σωρεία και άλλων ελλειπουσών υποδομών, τις οποίες θεωρούμε απαραίτητες για ένα ακόμη καλύτερο, αξιόπιστο και αξιοπρεπέστερο οδικό χάρτη ανάπτυξης του πετρελαϊκού τομέα της χώρας. Μια εύλογη παράταση, ίσως μας διαφυλάξει και από μια αποτυχία του Γύρου, αφού το διεθνές ενδιαφέρον για τέτοιες επενδύσεις βρίσκεται προς το Ναδίρ. 

Συμπερασματικά λοιπόν, θα ήθελα να τονίσω 1) ότι η καλύτερη "Σύμβαση" που μπορεί να πετύχει η χώρα, είναι η επιλογή άριστου ανθρώπινου δυναμικού, ικανού να τρέξει και υλοποιήσει σωστά τις διαδικασίες. Ο τύπος Σύμβασης που επιβάλει άρτια στελέχωση ανθρώπινου δυναμικού είναι του επιμερισμού παραγωγής, αφού "θέλει" τη Κρατική Εταιρία Υδρογονανθράκων, όχι μόνο να παρακολουθεί τις διαδικασίες παραγωγής, αλλά να έχει και εφαρμόσιμη άποψη για τα συμφέροντα του Δημοσίου (ερμήνευε: να γνωρίζει τί της γίνεται..). Και φυσικά, το ελάχιστο που επιτυγχάνεται με τη Σύμβαση αυτή, είναι ένας μόνιμος μηχανισμός δραστηριοτήτων, βελτιώσεων της παραγωγής και από κοντά παρακολούθησης, που πρέπει να έχει διαρκή ενεργό παρουσία και άρα να διασφαλίζει την συνέχεια του Κράτους στο αντικείμενο. 2) ότι θα πρέπει να αποφευχθούν σενάρια "ληστρικής εκμετάλλευσης" που ίσως επιβληθούν έξωθεν για επιτάχυνση αποπληρωμής χρεών. Κάτι τέτοιο, τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι δημιουργείται ζημιά στον ταμιευτήρα και το περισσότερο πετρέλαιο εγκλωβίζεται και μένει αναξιοποίητο και 3) ότι όλα πρέπει να "στήνονται" με τέτοιο τρόπο και φιλοσοφία ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια του Κράτους, όπως προαναφέρθηκε ήδη. Φυσικά, έχουμε υποδείξει -μέσω του Συνεδρίου που οργανώσαμε και των υλοποιήσιμων Συμπερασμάτων του που εκδώσαμε, και θα το ξανακάνουμε- το σωστό δρόμο, που αποδεδειγμένα ακολούθησαν και άλλες χώρες και πέτυχαν. ΝΑΙ, αυτό είναι εφικτό και άμεσα. 

Τέλος, επειδή πολλοί από τους αναγνώστες θα διερωτηθούν και θα συστήσουν: βγάλτε το βρε παιδιά πρώτα και μετά βλέπουμε..., ήθελα να πω εν κατακλείδι ότι οι Συμβάσεις που συνάπτονται είναι μακροχρόνιες και αν δεν γνωρίζει το Κράτος την ολοκληρωμένη (from A to Z) επιχειρηματικότητα, τότε, θα είναι πολύ αργά πια. 

ΥΓ. Θα ήταν παράλειψη αν δεν εξέφραζα τις ευχαριστίες μου στη κα Οικονομίδου Ρ. για τη βοήθειά της στο ΄reviewing΄ του τελικού κειμένου. 

*Ο Dr. Μάριος Πατσουλές είναι Γεωλόγος Μηχανικός Ταμιευτήρων Πετρελαίο, Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Ενεργειακού & Τεχνολογικού Ινστιτούτου.

 

Παρατηρήσεις & Σχόλια Επισκεπτών